Απόσπασμα από το άρθρο του Σάββα Π. Μαστραππά στο 6ο τεύχος του περιοδικού «Το Μονοπάτι του Πολεμιστή«:

 

ΟΙ ΚΙΝΕΖΟΙ ΤΟΥ KUME
Το 1932, μετά από την παράκληση του Βασιλιά του Ryu-Kyu, Satto, μία ομάδα από κινέζους μετοίκους εγκαταστάθηκε στο χωριό Kume, στην περιοχή Naha (η πιο σημαντική πόλη στο νησί). Αυτή την ομάδα την ονόμαζαν «οι 36 οικογένειες», αλλά δεν είναι σίγουρο ότι αυτός ο αριθμός αντιπροσωπεύει στ’ αλήθεια το πλήθος τους. Οι οικογένειες αυτές και οι απόγονοί τους, ζούσαν σε κλειστό κύκλο, μένοντας προσκολλημένοι στις κομφουκιανικές και ταοϊστικές πεποιθήσεις. Απολαμβάνοντας πολλά προνόμια, οι οικογένειες αυτές κρατούσαν τη σύνταξη των επίσημων κειμένων και έπαιζαν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία συγκέντρωσης της εξουσίας και στη διατήρηση της σχέσης εξάρτησης με την Κίνα. Επιπλέον, γνώριζαν πιο εξελιγμένες τεχνικές, κυρίως σε ό,τι αφορούσε τη ναυπηγική και τη ναυσιπλοΐα, τις οποίες και εξάπλωναν.
Κατά πάσα πιθανότητα, οι κάτοικοι αυτού του κλειστού χωριού εξασκούσαν μία μαχητική τέχνη. Αυτή η τέχνη, ήταν μία επίδειξη των δικαιωμάτων τους και την ίδια στιγμή ενίσχυε την εξουσία τους και την ικανότητά τους για άμυνα. Το 1429, ο βασιλιάς Sho Hashi ενοποίησε την Okinawa και απαγόρευσε την κατοχή οποιουδήποτε όπλου. Τότε, το νησί γνώρισε ένα είδος «χρυσού αιώνα» και οι εμπορικές συναλλαγές εντάθηκαν όχι μόνο με την Κίνα, αλλά επίσης και με τη Μαλαισία, Ινδονησία, Ταϊλάνδη, Κορέα … Η ζήμωση διαφόρων τεχνικών, κατέληξε να εμπλουτίσει την τοπική μαχητική τέχνη.

 

Η ΦΥΛΗ ΤΩΝ SATSUMA

Το 1609, η Ιαπωνική φυλή των Satsuma, επέβαλλε την κυριαρχία της στο Ryu-Kyu. Η κατοχή κάθε λευκού όπλου (σ.μ. με λεπίδα), απαγορεύτηκε αυστηρά εκ νέου. Οι ασκούμενοι στο κινέζικο Kenpo και στο οκιναβέζικο Tote αποφάσισαν λοιπόν να ενωθούν μυστικά. Η ένωσή τους γέννησε το Te (χέρι). Τη μαχητική τέχνη της Okinawa. Αυτήν την εποχή, το Te έφτασε στο πιο ψηλό του επίπεδο αποτελεσματικότητας: η προπόνηση γινόταν τη νύχτα, σε άκρα μυστικότητα. Εξασκούσαν τη σκλήρυνση των φυσικών όπλων του σώματος, με σκοπό να μπορέσουν να σκοτώσουν με γυμνά χέρια, έναν σαμουράι με πανοπλία. Η ανάπτυξη του Kobudo, δηλαδή της χρήσης των γεωργικών εργαλείων ως όπλων, ανάγεται επίσης σε αυτήν την εποχή.
Η μετάδοση από δάσκαλο σε μαθητή γινόταν φυσικά προφορικά, πράγμα που εξηγεί την έλλειψη κειμένων, που αφορούν αυτήν την περίοδο. Παρ’ όλα αυτά, η ιστορία συγκράτησε δύο ονόματα. Το πρώτο είναι αυτό ενός κινέζου εκπέρ, του Kung Syanag, που έμεινε γνωστός με το όνομα Kusanku (ή Kanku στα γιαπωνέζικα), χρονολογείται από τότε. Το δεύτερο όνομα είναι αυτό του Sakugawa. Γεννημένος το 1782 (;) στο Shuzi, υπήρξε μαθητής του Kusanku και ενός μοναχού, Peichin Takahara. Μετά το θάνατο των δύο ανδρών, ο Sakugawa ξεκίνησε να διδάσκει την τέχνη του και έγινε διάσημος με το όνομα Tode Sakugawa. Πέθανε το 1865 (;). Όλες οι γνωστές γενεαλογίες ξεκινούν από τον Sakugawa, πρώτον «επίσημο» δάσκαλο.

 


TODE SAKUGAWA
sakugawa
Το Karate της Okinawa, περιέχει διάφορα στοιχεία της κινέζικης μαχητικής τέχνης. Η πλειοψηφία προέρχεται από το ρεύμα της Σχολής του Βορρά.
Ο Sakugawa, είχε πάρει κατ’ εξαίρεση άδεια να διαμένει στο Πεκίνο, όπου εξασκούσαν τη σχολή του ΒΟΡΡΑ. Μπορούμε εύκολα να υποθέσουμε, ότι η εισαγωγή στοιχείων της Σχολής του Βορά από έναν ταξιδιώτη από την Okinawa, οφείλεται στον Sakugawa. Μέχρι τότε, η πλειοψηφία των ανθρώπων που κατάγονταν από το Ryu-Kyu διέμεναν στην πόλη Fuzhou, στον νότο της Κίνας, στην οποία επικεντρώνονταν το εμπόριο με το Ryu-Kyu. Γι’αυτό, πριν από τον Sakugawa, τα κυρίαρχα στοιχεία του Karate, βασίζονταν κυρίως στις επιρροές της κινέζικης μαχητικής τέχνης, της σχολής του Νότου. Ένας νεωτερισμός αρχίζει στην παράδοση του Karate της Okinawa, ξεκινώντας από τον Sakugawa, με την εισαγωγή καινούργιων στοιχείων. Αυτά τα στοιχεία, χαρακτηρίζουν το ρεύμα του Shuri και στη συνέχεια το ρεύμα του Tomari, που προέρχεται απ’ αυτό.
Σύμφωνα με την εγκυκλοπαίδεια του Budo, ο Sakugawa πήγε τρεις φορές στην Κίνα, κάνοντας το ταξίδι μέχρι το Πεκίνο. Με την ευκαιρία του τρίτου του ταξιδιού, παρουσίασε τις γνώσεις του από το Πεκίνο στον μικρότερό του Sokon Matsumura, ο οποίος επρόκειτο στη συνέχεια, να έχει μεγάλη επιρροή στο Karate της Okinawa. Κατά τη διαμονή του στο Πεκίνο, ο Kanga Sakugawa αρρώστησε και πέθανε το 1837. Η σωρός του Sakugawa, ενταφιάστηκε σε προάστιο του Πεκίνου και ένας απόγονός του πέμπτης γενιάς, ανακάλυψε τον τάφο του το 1932.
Είναι πάντως σίγουρο ότι το όνομα Todei Sakugawa, δηλαδή «Sakugawa εξπέρ της μαχητικής τέχνης της Κίνας», έχει χαραχθεί στη συλλογική μνήμη της Okinawa. Ένα κάτα με κοντάρι, με το όνομα Sakugawa no Kon, έχει μεταδοθεί μέχρι τις μέρες μας. Σύμφωνα με τους S. Nagamine και T. Miyagi, σύγχρονους δασκάλους του Karate, η έκφραση Todei Sakugawa, υπονοεί μία σύγκριση και άρα αποδεικνύει, ότι υπήρχε τότε στην Okinawa μία συγκρίσιμη μαχητική τέχνη. Αυτό είναι μία απλή υπόθεση. Υπάρχει και άλλη δυνατή ερμηνεία. Στην Okinawa, ο όρος «Το» (Κίνα) χρησιμοποιείται ως επίθετο, για να δηλώσει την τελειότητα σε κάτι κινέζικο. Η έκφραση «Todei Sakugawa», μπορεί να εκφράζει λοιπόν την τελειότητα του εξπέρ Sakugawa, χωρίς να συνεπάγεται την αντίθεση ανάμεσα στην κινέζικη τέχνη και μία τοπική τέχνη. Η ιστορία του Karate στην παράδοση της Okinawa, παίρνει μία μορφή λίγο πιο συγκεκριμένη, ξεκινώντας από τον Sokon Matsumura (1809-1899). Στην πραγματικότητα, οι έρευνες για την πρώτη Σχολή του Karate, της οποίας η επιρροή στη σημερινή πρακτική είναι ορατή, οδηγούν σε αυτόν. Ήταν ο πρώτος που μετέδωσε μία συστηματική μέθοδο. Αυτό που ονομάζουμε Shuri-Te προέρχεται από την τέχνη του και η επιρροή του συνεισέφερε ρητά, στη δημιουργία του Tomari-Te. Είναι πιθανό ο Matsumura να δέχθηκε τη διδασκαλία του Sakugawa, αλλά, σύμφωνα με την προφορική παράδοση, υπέδειξε σαν δάσκαλο του στην κινέζικη μαχητική τέχνη, έναν Κινέζο ονόματι «Iwa». Κανένα κείμενο δε δηλώνει ότι είχε σχέσεις με τον Sakugawa.

 

 

SOKON MATSUMURA

Στις διαφορετικές εκδοχές τις Ιστορίας της μαχητικής τέχνης της Okinawa, το πρόσωπο του Matsumura είναι θρυλικό. Είναι σημαντικό για να κατανοήσουμε την επιρροή που είχε, να λάβουμε υπ’ όψιν ότι είχε σπουδάσει τη μαχητική τέχνη στην Okinawa, στην Ιαπωνία και στην Κίνα. Ο Matsumura Sokon Bucha προερχόταν από μία αριστοκρατική οικογένεια του Ryu-Kyu. Στα είκοσί του εχρήσθη σωματοφύλακας του Πρίγκηπα, στο Παλάτι του Shuri. Δεν γνωρίζουμε από ποια ηλικία ξεκίνησε να εξασκεί μία μαχητική τέχνη, αλλά η θέση του ως σωματοφύλακα του Πρίγκηπα, μας οδηγεί να υποθέσουμε ότι τη στιγμή της τοποθέτησής του, είχε ήδη αποκτήσει ένα συγκεκριμένο επίπεδο. Τη χρονιά που ακολούθησε την τοποθέτησή του, ο Matsumura γνωρίζει έναν δικαστή, τον Satsuma και αυτός του εξασφαλίζει την κατ’ εξαίρεση άδεια, να μελετήσει την τέχνη του σπαθιού, της σχολής Jigen-ryu. Η εξάσκηση και οι διδαχές αυτής της σχολής, προορίζονταν αποκλειστικά για πολεμιστές που επρόσκειντο στην αυλή και κανονικά δεν επιτρεοπόταν στον Matsumura, που υπηρετούσε τον Βασιλιά του Ryu-Kyu, ο οποίος ήταν υποτελής του Satsuma. Μπορούμε να φανταστούμε, με τι δύναμη εκείνος ο δικαστής πρέπει να πρότεινε τον Matsumura, για να του επιτραπεί να διασχίσει την πόρτα του dojo, του Οίκου Satsuma, στο Ryu-Kyu. Σύμφωνα με το έθιμο, παίρνει όρκο, σφραγισμένο με το αίμα του, να διαφυλάξει με άκρα μυστικότητα όλα όσα μάθει.

 


ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ JIGEN-RYU

Το 1832, στα 24 του χρόνια, ο Matsumura στέλνεται στην αυλή του Satsuma, για μία αποστολή είκοσι έξι μηνών. Παίρνει από την κυβέρνηση του Ryu-Kyu και από το παλάτι του Satsuma, την άδεια να εξασκηθεί στη Σχολή του σπαθιού Jigen-ryu. Η βασική εκπαίδευση του Jigen-ryu, λέγεται «Tategi-uchi». Συνιστάται στο χτύπημα ενός κορμού δέντρου, με ένα πολύ στέρεο κομμάτι ξύλου, μήχους περίπου ενός μέτρου και τριάντα. Ξεκινώντας από μία απόσταση τεσσάρων η πέντε μέτρων, πρέπει να πεταχτεί κανείς με τρία βήματα προς ένα δέντρο, βγάζοντας μία κραυγή, στην οποία βάζει τόση ενέργεια, όση και αν ήταν η τελευταία της ζωής του, και να χτυπήσει τον κορμό με όλη του τη δύναμη.
Στη Σχολή Jigen-ryu, η εκπαίδευση του Matsumura συνίσταται κυρίως στο «Tategi-uchi» – τρεις χιλίαδες το πρωί και οκτώ χιλιάδες το βράδυ-ακολουθούμενα από εξάσκηση στο dojo. Μετά από δύο χρόνια παραμονής στο Satsuma, ο δάσκαλός του, Ijuin, του απονέμει το δίπλωμα του Jigen-ryu, που πιστοποιεί ότι δέχθηκε την αυθεντική γνώση της σχολής του. Ο Matsumura γυρίζει λοιπόν στο Ryu-Kyu. Είναι είκοσι έξι ετών. Το 1836, δύο χρόνια μετά την επιστροφή του στο Ryu-Kyu, ο Matsumura φεύγει για το Πεκίνο με μία αποστολή του Βασιλιά του Ryu-Kyu, στον Αυτοκράτορα της Κίνας. Κατά τη διάρκεια των δεκαπέντε μηνών της παραμονής του στο Πεκίνο, ο Matsumura μαθαίνει την μαχητική τέχνη, κοντά σε ένα Κινέζο δάσκαλο, τον Wei Bo, που διαβάζεται «Ιwa», με τη γιαπωνέζικη προφορά της Okinawa. Συνήθως, χωρίζουμε την κινέζικη μαχητική τέχνη σε δύο ρεύματα, αυτό του Βορρά και αυτό του Νότου. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η σχολή του «Iwa», ανήκε στο ρεύμα του Βορρά.

 

 

Ο MATSUMURA ΣΤΟ ΠΕΚΙΝΟ
Πρόκειται πιθανότατα για τη σχολή του Xingyi-quan, μία από τις τρεις κύριες σχολές του Βορρά, γιατί ήταν η σχολή με τη μεγαλύτερη αποδοχή από τους χιλίαδες στρατιωτικούς του Πεκίνου, τους οποίους ο Matsumura συναντούσε. Από την άλλη, στο κάτα του Karate, που μεταδόθηκε μέχρι σήμερα με το όνομα Matsumura no Bassai (Passai), μπορούμε να παρατηρήσουμε μία τεχνική συναφή του zuan-quan, μία από τις πέντε βασικές κινήσεις του Xingyi-quan. Αυτό το κάτα, περιέχει επίσης τεχνικές πολύ κοντινές στο Ma-quan, χτύπημα του αλόγου, του Xingyi-quan. Από την άποψη των τεχνικών κινήσεων, το Karate του ρεύματος Shuri-Te, παρουσιάζει πολλές άλλες ομοιότητες με το Xyngyi-quan και άλλες σχολές του Βορρά της Κίνας.
Γυρνώντας στο Ryu-Kyu το 1837, o Matsumura αναλαμβάνει πάλι τα καθήκοντα του σωματοφύλακα του Βασιλιά. Αυτήν την εποχή, αλλάζει τα ιδεογράμματα του τίτλου του, «Sokon» που σήμαινε «κύριος απόγονος», διαλέγοντας τα ιδεογράμματα που, με την ίδια προφορά, σημαίνουν «δάσκαλος της τέχνης του ραβδιού». Διηγούνται ότι αυτό το όνομα του είχε δοθεί από τον δάσκαλό του, «Iwa», ο οποίος τον είχε κρίνει δάσκαλο στην τέχνη του ραβδιού. Από την άλλη, στο Πεκίνο, ονόμαζαν τον Matsumura «Wu-Cheng-da», δηλαδή «αυτός που τελειοποιείται στην τέχνη της μάχης». Αυτό το όνομα, του είχε δοθεί επίσης από έναν Κινέζο δάσκαλο. Ο Matsumura διατηρεί τη θέση του σωματοφύλακα του Βασιλιά, κάτων από τις διαταγές τριών διαδοχικών βασιλιάδων και παράλληλα με τα επίσημα καθήκοντά του, εμβαθύνει την τέχνη του, συναντώντας Κινέζους δάσκάλους που έμεναν στο Ryu-Kyu ή μελετώντας τις μαχητικές τεχνικές των κατοίκων του Ryu-Kyu.

 

 

ΤΟ KARATE ΜΠΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ
Ο Matsumura, αρχίζει σιγά-σιγά να διδάσκει την τέχνη του. Η Σχολή του παίρνει αργότερα το όνομα «Shuri-Te», από το όνομα της περιοχής που έμενε. Μία παραλλαγή αυτής της Σχολής, με όνομα «Tomari-Te» αναπτύχθηκε στο γειτονικό χωριό Tomari. Η άσκηση της γροθιάς στο μακιβάρα είναι συνηθισμένη στην Okinawa, αλλά δεν υφίσταται στην Κίνα. Είναι μήπως μία επέκταση και μία εφαρμογή του «Tategi-uchi» που ο Matsumura έκανε στη Σχολή Jigen-ryu; Έστω και αν η μακιβάρα είναι μεταγενέστερη του Matsumura, είναι σίγουρο ότι η εμπειρία του επηρέασε πολύ τον τρόπο χρήσης της.
Τον δέκατο ένατο αιώνα, το Okinawa-Te επρόκειτο να πάρει την οριστική του μορφή. Το 1875, η κατοχή από τους Satsuma πήρε τέλος και το νησί έγινε επίσημα ένας νομός της Ιαπωνίας. Η διδασκαλία δεν ήταν πλέον μυστική, αλλά έπρεπε να περιμένουμε μέχρι το 1905, για να δούμε το Karate να γνωρίζει επιτέλους δημοτικότητα. Εκείνη τη χρονιά, με πρωτοβουλία του δασκάλου Anko Itosu, ενός από τους μεγαλύτερους καρατέκα της εποχής του, η μαχητική τέχνη της Okinawa εισήχθη επίσημα στα δημόσια σχολεία.

 


ANKO ITOSU

Ο Anko Itosu γεννήθηκε το 1830, στην πόλη Shuri. Υπήρξε ο εξωτερικός μαθητής του Sokon Matsumura, ενώ εσωτερικός μαθητής του ήταν ο Anko Azato. Ο Itosu και ο Azato, ήταν άλλωστε επιστήθιοι φίλοι. Ο Itosu έμεινε 8 χρόνια δίπλα στον Sokon Matsumura, από το 1840 μέχρι το 1848. Κέρδισε πολλά από τη διδασκαλία του Shinpan Gusukuma, καθώς και από τη διδασκαλία του εσωτερικού μαθητή του Iwah (στρατιωτικός ακόλουθος), του Yasuri. Ο Itosu έμεινε στην ιστορία για έναν ιδιαίτερο λόγο: Το 1905, εισήγαγε το Okinawa-Te στο πρόγραμμα φυσικής αγωγής των γυμνασίων και των λυκείων της Okinawa. Χάρη σε αυτό, το ενδιαφέρον των Ιαπώνων για την πολεμική τέχνη της Okinawa, έγινε όλο και μεγαλύτερο. Τότε πραγματοποιήθηκε η πρώτη επίδειξη του Okinawa-Te, μπροστά σε ευρύ κοινό. Η αύξηση του αριθμού αυτών που άρχισαν να ασχολούνται με το Okinawa-Te, έκανε τον Itosu να συνειδητοποιήσει, ότι τα παλιά kata ήταν πολύ μεγάλα και πολύπλοκα, για να διδάσκονται σε γυμνάσια. Έτσι δημιουργήθηκαν τα πέντε Pinan (Heian) (τότε ο Itosu ήταν 77 ετών). Τα μικρά αυτά kata είναι απλοποιημένα, σε σχέση με τα kata της κλασσικής και πιο αυστηρής εκπαίδευσης: «Hito Kata San Sen», ένα kata μέσα σε τρία χρόνια, λέει ένα παλιό γνωμικό. Η σειρά των Pinan, δημιουργήθηκε με βάση τη μορφή και την αίσθηση του Kushanku, Passai, Chinto και Jion. Η αρχική μορφή που τους έδωσε ο Itosu, βρίσκεται στο Matsubayashi-Ryu, του Nagamine.
Ο Anko Itosu, ήταν ψηλός και δυνατός για Ασιάτης και μάλιστα της εποχής εκείνης. Κατά τη διάρκεια της ζωής του, αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει πολλές προκλήσεις. Στην Okinawa, η γιγαντιαία δύναμή του και η γροθιά του, αποτελούν πλέον θρύλο. Το 1905, στα 85 του χρόνια, εξουδετέρωσε την επίδεση ενός νεαρού judoka, με μια και μόνο κίνηση. Μια άλλη φορά, ένας νεαρός μαθητής που ήθελε να τον δοκιμάσει, τον χτύπησε στην πλάτη. Ο Itosu δέχτηκε το tsuki αδιαμαρτύρητα και συνέχισε τον δρόμο του σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, χωρίς καν να γυρίσει να δει, κάτι που προκάλεσε αμηχανία στον νεαρό. Μια μέρα, ένας νεαρός πολεμιστής του επιτέθηκε στο δρόμο και εκείνος του μπλόκαρε και του γράπωσε τη γροθιά, με το ένα χέρι. Μετά, χωρίς να δώσει σημασία στις διαμαρτυρίες του αντιπάλου του, τον έσυρε σε ένα εστιατόριο και εκεί, πάντα με το ένα χέρι, τον έριξε πάνω σε ένα τραπέζει και τον έβαλε να κάτσει. Εκεί, αφού χαλάρωσε τη γροθιά του, που ήταν δυνατή σα μέγγενη, ο δάσκαλος Itosu κάλεσε το νεαρό άνδρα να πιεί, ενώ ταυτόχρονα τον επέπληξε: «Είναι σωστό να επιτίθεσαι σ’ έναν γέρο σαν και μένα;».
Την πιο σημαντική πρόκληση που εκλήθη να αντιμετωπίσει, τη δέχτηκε στα νεανικά του χρόνια. Ο μαθητής του Ason (Naha-Te), Tomoyose, ήταν ιδιαίτερα έμπειρος και πιο μεγάλος σε ηλικία από τον Itosu. Αυτός κάλεσε τον Itosu σε αγώνα, σε μια εποχή όπου οι προκλήσεις ανάμεσα στο Shuri-Te και το Naha-Te ήταν συχνές, κυρίως μεταξύ νεαρών μαθητών και που ο Tomoyose είχε τον τίτλο του πρωταθλητή της σχολής του. Σε μια τέτοια πρόκληση μεταξύ των δύο σχολών, ο Itosu ανέλαβε την υποχρέωση να εκπροσωπήσει το Shuri-Te. Με την πρώτη του γροθιά, ο Tomoyose έσπασε τον πήχη του, από το shoto-uke του Itosu. Ο αγώνας προφανώς διεκόπη… Ένας από τους επιφανέστερους μαθητές του Itosu, υπήρξε ο Gichin Funakoshi, ο άνθρωπος που συνέβαλε ουσιαστικά στη σύγχρονη διάδοση του Karate Do.
Υπήρξε ακόμη δάσκαλος των Kentsu Yabu, Chomo Hanashiro, Chotoku Kyan, Moden Yabiku, Choshin Chibana, Shinpan Gusukuma, Anbun Tokuda και Kenwa Mabuni.
Ο Anko Itosu, του οποίου οι παιδαγωγικές ικανότητες ήταν αδιαμφισβήτητες, έσβησε το 1915, την ίδια χρονιά με τον μεγάλο δάσκαλο του Naha-Te, τον καλό του φίλο Kanryo Higaonna.

 

 

KANRYO HIGAONNA


Αρχικά το Naha-Te, από το οποίο θα δημιουργηθεί αργότερα το Godu-Ryu, διακρινόταν σε δύο στυλ: Το Ason και το Waishing. To Ason θα σβήσει με τον Tomigusuki. Αντίθετα, το Waishing με τη βοήθεια του Higaonna και του μαθητή του Chojun Miyagi, θα δημιουργήσει τη σχολή Goju. Ο Kanryo Higaonna, γεννήθηκε το 1845 και ονομάζεται άλλοτε Higaonna, άλλοτε Higashionna και άλλοτε Higahonna. Παίρνει το παρατσούκλι «Higaonna της δύσης», ώστε να διακρίνεται από τον ομώνυμό του, που ζούσε στο αρχιπέλαγος. Στα νεανικά του χρόνια, ο Kanryo μελέτησε το Shuri-Te, υπό την καθοδήγηση του δασκάλου Sokon Matsumura, ο οποίος πέθανε το 1896. Γνώριζε συνεπώς τις αρχές αυτού του στυλ, από το οποίο, με τη βοήθεια των δασκάλων Itosu και Azato, θα δημιουργηθεί μεταξύ άλλων και η σχολή Shotokan. Το 1870, o Higaonna δουλεύει για κάποιον μεγαλέμπορο τσαγιού. Σ’ ένα ταξίδι του στην Κίνα, στην επαρχία της Fukien, ο τελευταίος θα γνωρίσει στον Higaonna, τον δάσκαλο Woo Lu Chin. Ο κινέζος δάσκαλος τον δέχεται για μαθητή του και του μαθαίνει διάφορα στυλ του Wu Shu (της Λαμπρής Άνοιξης, του Αλόγου της Παναγίας του Νότου, του Λευκού Γερανού), καθώς και το Tai Chi Chuan. Όλη η δουλειά που ανέπτυξε στη συνέχεια ο Higaonna σχετικά με την ενέργεια, κυρίως στα kata, μέσω της ηχηρής αναπνοής από το στομάχι (Ibuki), προέρχεται από την επεξεργασία της εκπαίδευσης αυτής, που ήταν άμεσα εμπνευσμένη από τον κινέζικο Chi Kung. Αρχικά, ο Higaonna θα έμενα δίπλα στον Woo Lu Chin μόνο μία χρονιά. Μετά όμως, ο δάσκαλος δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγει, καθώς θεωρούσε προσβλητικό για τη φήμη του ως εκπαιδευτικού, να αφήσει κάποιον να φύγει, ενώ δεν είχε ακόμα αποκτήσει άριστη τεχνική. Ο Woo Lu Chin του πρότεινε να παραμείνει στην Κίνα γύρα στα 17 χρόνια. Πριν από αυτήν τη μακρόχρονη παραμονή του στη Fukien, είχε δουλέψει δίπλα στον δάσκαλο Waishingzan, όπως έχουμε ήδη αναφέρει. Όμως το ουσιαστικότερο μέρος της εκπαίδευσής του, το οφείλει στον Woo Lu Chin. Το 1887 (έτος γέννησης του μετέπειτα μαθητή του, Miyagi, παρόλο που το ληξιαρχείο τον θέλει να έχει γεννηθεί το 1888), o Kanryo Higaonna επιστρέφει στην Okinawa. Ξεκινά να διαδίδει την εκπαίδευσή του στη Naha και συγκεκριμένα στην Tondo Naha Shi. Το στυλ του έχει άμεσα εμπνευστεί από τη Νότια Κίνα. Συναντούμε τις ίδιες τεχνικές, καθώς και τις ίδιες απόψεις για την εσωτερική ενέργεια, εμπνευσμένες από το Tai Chi Chuan. Ο Higaonna υιοθετεί για τη σχολή του όνομα Naha-Te, που είχε ήδη χρησιμοποιηθεί από τον Ason, σύγχρονο του Waishing-zan. Ας σημειωθεί ότι ο Waishing-zan, εκτός από τον Higaonna, είχε και άλλους μαθητές, αλλά ο Higaonna ήταν ο μοναδικός που είχε δουλέψει στον πλευρό του Woo Lu Chin. Ο Higaonna είχε μόνο 5 μαθητές: τον Miyagi, τον Kyoda, τον Gusukuma, τον Shiroma και τον Motoda. Ο Chojun Miyagi ήταν ο εξωτερικός μαθητής του και ο Juhatsu Kyoda, εκπαιδευτικός στο επάγγελμα, ήταν ο εσωετρικός μαθητής του.

 

NAHATE KAI SHURITE
Τον δέκατο ένατο αιώνα, το Okinawa-Te χωριζόταν σε τρεις κλάδους: Naha-Te, Shuri-Te και Tomari-Te, ονομασμένα από τον τόπο καταγωγής τους. Αυτές οι τρεις περιοχές ήταν τόσο κοντά, που το Tomari και το Shuri είναι σήμερα προάστια του Naha. Από την άλλη, το Shuri-Te και το Tomari-Te ήταν τόσο όμοια, όπου η διάκριση ανάμεσα στα δύο στυλ, μειώθηκε σιγά-σιγά. Ο Gichin Funakoshi στο «Karatedo Kyohan» και ο Shoshin Nagamine στο «The Essense of Okinawa Karate Do», διακρίνουν ουσιαστικά δύο μεγάλες τάσεις: το Shorin-ryu ή Shurite και το Shorei-ryu ή Nahate. Το Shorin-ryu αναπτύχθηκε γύρω από το Shuri και το Tomari, ενώ το Shorei-ryu κατάγεται από τη Naha.
Από τεχνική άποψη, το Nahate (ο όρος αυτός χρησιμοποιείται κατά προτίμηση έναντι του Shorei-ryu, που έχει πέσει σε αχρηστία) έχει σχέση με τα στυλ του κινέζικου Νότου: τεχνικές χεριών που προέρχονται από το Tang Lang (Αλογάκι της Παναγίας) και του Wing Chun, σταθερές και δυνατές στάσεις, αποκλειστικά χαμηλά λακτίσματα, βαθιά και με ήχο αναπνοή. Τα πόδια μετατοπίζονται διαγράφοντας ημικύκλιο. Τα kata αυτής της μεθόδου, είναι τα Sandrin, Saifa, Seienchin, κλπ. Το Shurite ή Shorin-ryu, σχετίζεται με τη σειρά του, με τα στυλ του Βορρά. Άλλωστε, Shorin είναι η μεταλλαγμένη γραφή του Shaolin. Περισσότερα λακτίσματα, αποφυγές, αίσθηση πιο διαρκή και ελαφριά από το Nahate. Τα kata που χαρακτηρίζουν αυτή τη σχολή, είναι τα Bassai, Kusanku, Chinto, κλπ. Ο κλάδος Tomarite του Shorin-ryu, με παρόμοια μορφή, χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη έμφαση στις λαβές και τις ρίψεις. Δύο τυπικά kata είναι το Sochin και το Unsu.

 

RYUKYU KOBUDO
Παράλληλα με την ανάπτυξη των άοπλων συστημάτων, η απαγόρευση κατοχής όπλων, ώθησε τους κατοίκους των νησιών Ryukyu, να αναπτύξουν την ίδια χρονική περίοδο που εξετάζουμε, ένα σύστημα αυτοάμυνας βασισμένο πάνω στα αγροτικά και ναυτικά τους εργαλεία, καθημερινής χρήσης.
Συνδυάζοντας τις βασικές τεχνικές των άοπλων συστημάτων, με τις δυνατότητες των εργαλείων που γνώριζαν τόσο καλά από τις καθημερινές τους εργασίες, αναπτύχθηκε ένα ευρύ φάσμα συγγενών συστημάτων, γνωστό με το όνομα «RYUKYU KOBUDO».
Η κοινή λογική λοιπόν, υπαγόρευε τα εργαλεία που διαλέγονταν από τους αγρότες για αυτοάμυνα, να μην θεωρούνται ως όπλα, να μην φαίνονται ύποπτα η απειλητικά, ούτε να προκαλούν ανησυχία.
Έτσι, ο αγρότης διάλεξε τον κόπανο του σιταριού ή το δρεπάνι και ο ψαράς το κουπί. Έτσι οπλισμένοι με τα εργαλεία της δουλειάς τους, μπορούσαν να ταξιδεύουν ελεύθερα και χωρίς δυσχέρειες, ενώ λίγοι αντιλαμβάνονταν ότι ο φαινομενικά απλός αγρότης, μπορούσε να συντρίψει ένα κρανίο ή να αποκεφαλίσει έναν οπλισμένο άντρα, με τα πρωτόγονα εργαλεία του ή ότι ο ψαράς είχε τη δυνατότητα να στείλει έναν επιδρομέα στον άλλο κόσμο, με όπλο ένα ξύλινο κουπί.
Γα αιώνες, κάτω από συνθήκες άκρας μυστικότητας, οι δίδυμες τέχνες του ένοπλου και άοπλου αγώνα, προχώρησαν χέρι-χέρι, συνυπάρχοντας όπως οι δύο ρόδες στο ίδιο κάρο, χωριστά η μία από την άλλη, όμως εξ ίσου απαραίτητες. Μετά από την εισαγωγή του karate στην κυρίως Ιαπωνία, εκτεθειμένο στην στην επιρροή των αυθεντικών πολεμικών τεχνών (Kendo, Kyudo), αυτό αναπτύσσεται και τελειοποιείται σε παράλληλες γραμμές και αποκτά μία παρόμοια περίοπτη θέση, με αυτούς τους αρχαίους και βαθιά εκτιμούμενους κλάδους.
Αντιθέτως, οι τέχνες που εμπεριέχουν τη χρήση των παραδοσιακών οκιναβέζικων όπλων, δεν σημείωσαν ένα ανάλογο επιτυχές πέρασμα, στην κυρίως χώρα.
Οι Ιάπωνες, ενώ εκδήλωσαν μία σχεδόν ακόρεστη όρεξη για γνώση της νέας άοπλης μεθόδου, θεωρούσαν τη μάχη με κατώτερα όπλα από τον ιαπωνικό ξίφος και το τόξο εξευτελιστική και προσβλητική για τους προγόνους τους Samurai, παρά το γεγονός ότι η πλειοψηφία τους προέρχονταν από αγρότες, οι οποίοι μέχρι το μέσο του 19ου αιώνα, ζούσαν με τον τρόμο της τάξης των Samurai.»